- Η ιδιωτικοποίηση και κατά συνέπεια εμπορευματοποίηση των δομών που ασχολούνται με την απεξάρτηση. Με απόλυτα κυνικό τρόπο ανοίγονται διάπλατα οι πόρτες για την εκμετάλλευση του ανθρώπινου πόνου των χρηστών και των οικογενειών τους. Αφήνει ανεξέλεγκτο τον ιδιωτικό τομέα και το κεφάλαιο να απομυζήσει με τα γνωστά κριτήρια του κέρδους εκείνους που έχουν μπει στον λαβύρινθο της εξάρτησης
- Η απελευθέρωση και αναβάθμιση των προγραμμάτων υποκατάστασης που τείνουν να γίνουν η κυρίαρχη μορφή απεξάρτησης. Πιο συγκεκριμένα: από 18 γίνονται 36 τα προγράμματα υποκατάστασης. Συνδέονται τα υποκατάστατα με τα "στεγνά¨ προγράμματα, μία επικίνδυνη συνύπαρξη που μπορεί να οδηγήσει σε απαξίωση των μέχρι τώρα αποτελεσματικών "στεγνών" προγραμμάτων απεξάρτησης. Εντάσσονται στο Εθνικό Σύστημα Υγείας. Όταν το δημόσιο σύστημα υγείας απαξιώνεται (υποχρηματοδότηση, ελλείψεις προσωπικού, ανεπάρκεια υλικοτεχνικής υποδομής) μέρα με τη μέρα και το προσωπικό του δεν επαρκεί για να καλύψει τις βασικές ανάγκες και επανειλημμένα όλοι οι επιστημονικοί και κοινωνικοί φορείς (ΙΣΑ, ΕΙΝΑΠ κλπ) έχουν αντιταχθεί. Η διεθνής εμπειρία σε Ευρώπη και Αμερική δείχνει πόσο φτωχά είναι τα αποτελέσματα αυτών των προγραμμάτων. Σε ότι αφορά τη χώρα μας τα αποτελέσματα τα προγράμματα μεθαδόνης έχουν πολύ μικρή αποτελεσματικότητα (<10%)>70%). Όλα τα υποκατάστατα (τα οποία είναι και αυτά εξαρτησιογόνα) έχουν δράση μόνο απέναντι στη χρήση ηρωίνης και όχι της πολυτοξικομανίας, της παράλληλης δηλαδή κατανάλωσης διαφόρων ουσιών, κοκαΐνης, χασίς, "έκσταση", αλκοόλ, ηρεμιστικών από το χρήστη. Έτσι κάθε προσπάθεια αποτοξίνωσης - απεξάρτησης με υποκατάστατο που είναι ενεργό μόνο απέναντι στην ηρωίνη (μεθαδόνη, βουπρενορφίνη κ.α.) είναι εξ΄αρχής καταδικασμένη σε αποτυχία. Η πολυτοξικομανία ως το κατεξοχήν φαινόμενο της εποχής από μόνη της καταρρίπτει τη θεωρία της βιολογικής - ιατρικής - γενετικής αιτιολογίας της τοξικομανίας. Η χορήγηση "μεθαδόνης" είναι συνδεδεμένη με μεγάλο αριθμό "ξαφνικών" θανάτων των υπό θεραπεία χρηστών. Από την άλλη πλευρά είναι γνωστό πως η "εξασφαλισμένη" από το κράτος "νόμιμη" δόση του χρήστη δεν τον καλύπτει και αναζητά μαζί με αυτή και τη συμπληρωματική "παράνομη" με αποτέλεσμα η περιοχή γύρω από τις μονάδες υποκατάστασης του ΟΚΑΝΑ να βρίθουν από επιτήδειους που εκμεταλλεύονται με τον καλύτερο τρόπο τα παιδιά που παρακολουθούν το πρόγραμμα πουλώντας τους την παραπανίσια δόση.
- Η απαξίωση της υποχρέωσης της πολιτείας για δημόσιες, δωρεάν δομές πρόνοιας αφού ανάγει τον εθελοντισμό ("τζάμπα" πρόνοια) σε κεντρικό πυλώνα της νέας αντιναρκωτικής πολιτικής.
- Η προσπάθεια παγίωσης της αντίληψης πως πρόληψη σημαίνει μόνο ενημέρωση συμβουλευτική και ευαισθητοποίηση, αφού η καμπάνια πρόληψης που προβλέπεται έχει σαν στόχους μόνο: Καμπάνια ΜΜΕ, εκπαιδευτικά προγράμματα, δημιουργία διαδικτυακού τόπου (internet) ενημέρωσης και ένταξη των κέντρων πρόληψης στο ΕΣΥ και ειδικότερα στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας. Η λειτουργία των κέντρων πρόληψης είναι απαραίτητη και πρέπει να επεκταθούν σε όλη την επικράτεια χωρίς όμως να θεωρείται πως αυτά και μόνο αποτελούν την πρόληψη, αφού η πρωτογενής πρόληψη σαν κύριο στόχο έχει να ανατρέψει τους παθογεννητικούς μηχανισμούς που δημιουργούν και συντηρούν το πρόβλημα. Ανησυχία προκαλεί επίσης το γεγονός πως τα κέντρα πρόληψης ενδέχεται να παίξουν το ρόλο της ψυχοκοινωνικής υποστήριξης στα υποκατάστατα (αφού και τα δύο θα "συστεγαστούν" κάτω από το ΕΣΥ).
- Η ιατρικοποίηση της εξάρτησης μέσω της ένταξης της απεξάρτησης στο ΕΣΥ. Ενώ στην εισαγωγή το Ε.Σ.Δ. αποδέχεται πως η τοξικομανία δεν είναι ιατρικό πρόβλημα, στη συνέχεια εντάσσει όλο το σχεδιασμό και την εφαρμογή του στο Εθνικό Σύστημα Υγείας. Ταυτόχρονα προάγει τα προγράμματα υποκατάστασης, στη φιλοσοφία των οποίων εδράζεται η άποψη πως η εξάρτηση είναι ένα βιολογικό - ιατρικό - φαρμακευτικό πρόβλημα.
- Η ανυπαρξία στρατηγικού σχεδιασμού για την πρωτογενή πρόληψη αφού: ο σχεδιασμός αφορά μία διετία και δεν έχει βάθος χρόνου, προωθεί μία διαστρεβλωμένη ανάλυση των αιτιών που παράγουν την τοξικοεξάρτηση ως κοινωνικό φαινόμενο καθώς "το άνοιγμα των συνόρων, η εντατικοποίηση του μεταναστευτικού ρεύματος, η ραγδαία ανάπτυξη της κοινωνίας της πληροφορίας και η διάδοση του καταναλωτικού τρόπου ζωής ... " αποτελούν τις αιτίες κατά το Ε.Σ.Δ.
- Η απουσία θεσμοθέτησης μέτρων που εγγυώνται την κοινωνική επανένταξη των απεξαρτημένων. Παρόλο που στα λόγια το Ε.Σ.Δ. θεωρεί αναγκαία την κοινωνική επανένταξη των απεξαρτημένων στην ουσία κανένα μέτρο δεν προβλέπεται που να εγγυάται την πλήρη κοινωνική τους επανένταξη. Αντίθετα ακόμη και την εκπαίδευση του πρώην χρήστη (αφού πολλοί έχουν εγκαταλείψει νωρίς το σχολείο) τη δίνουν βορά στους επιχειρηματίες αφού προβλέπεται ότι "σε συνεργασία με τις ενώσεις επιχειρηματιών συνδιοργανώνουμε σεμινάρια κατάρτισης για τους απεξαρτημένους συμπολίτες μας ... ". Ο εξαρτημένος που ολοκληρώνει επιτυχώς ένα πρόγραμμα απεξάρτησης είναι δυναμικά υποψήφιος να υποτροπιάσει όσο η κοινωνία δεν του παρέχει τα εφόδια για να μπορέσει να σταθεί στα πόδια του. Τα αίτια που τον οδήγησαν στη χρήση παραμένουν και είναι αναγκαίο να θεσπιστούν μέτρα που θα προστατεύουν τον πρώην χρήστη, θα του παρέχουν δηλαδή όλες εκείνες τις δυνατότητες ώστε να ενταχθεί στην κοινωνία ως ισότιμο μέλος και όχι ως πρώην "απόβλητο".
- Εισάγονται τα κέντρα σωματικής αποτοξίνωσης στο ΕΣΥ χωρίς να είναι ενσωματωμένα σε ένα συνολικό σύστημα θεραπείας που θα οδηγεί το χρήστη από την αποτοξίνωση στην απεξάρτηση. Η μεθόδευση του Ε.Σ.Δ. να εντάξει όλες τις δομές απεξάρτησης και πρόληψης στο ΕΣΥ είναι μέρος του γενικότερου σχεδίου "αποκέντρωσης" των ευθυνών της πολιτείας για θέματα υγείας και είναι σε αρμονία με τον Καποδίστρια ΙΙ που εντάσσει όλη την πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας στην τοπική αυτοδιοίκηση.
Η εξάρτηση είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο κρίσης με την έννοια της πολυαιτιότητας με πολλές παραμέτρους, κοινωνική, οικονομική, πολιτιστική, ιστορική κλπ. που παράγεται και αναπαράγεται από τη βασική αντίθεση κεφαλαίου - εργασίας. Η ανεργία, η πολιτιστική και οικονομική φτώχεια, οι ταξικοί φραγμοί στη μόρφωση και τη ζωή καθορίζουν σε τελευταία ανάλυση τον χαρακτήρα της τραγωδίας των ναρκωτικών. Είναι λοιπόν σαφές ότι η τοξικομανία σαν κοινωνικό φαινόμενο θα αντιμετωπισθεί με την ανατροπή των αιτιών που τη γεννούν.
Κάθε προσπάθεια λύσης του προβλήματος ξεκομμένη από τη κοινωνική διάστασή του και τα αίτια που το γεννούν και το αναπαράγουν είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Δυστυχώς η επίσημη αντιναρκωτική πολιτική της ΝΔ με τη συναίνεση του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΝ δεν λαμβάνει ή δεν θέλει υπ΄όψη της την πολύπλοκη αιτιοπαθογέννεση της τοξικομανίας και αναλώνεται σε μία απλή διαχείριση των συνεπειών του προβλήματος.
Το συνεπές αντιναρκωτικό κίνημα μαζί με το μαζικό λαϊκό κίνημα, με απόλυτα ξεκάθαρες θέσεις απέναντι στο πρόβλημα της τοξικοεξάρτησης απαιτεί:
- όχι σε όλα τα ναρκωτικά. Άρνηση του διαχωρισμού μαλακών - σκληρών. Όχι στα προγράμματα υποκατάστασης, που συντηρούν και δεν θεραπεύουν. Η υποκατάσταση να αφορά ειδικές ομάδες (π.χ. χρήστες με χρόνια νοσήματα)
- όχι στην αποποινικοποίηση του χασίς. όχι στο διαχωρισμό μαλακών και σκληρών ναρκωτικών
- πολιτική "μείωσης της ζήτησης" και όχι "μείωσης της βλάβης"
Αναδημοσίευση από τη τρίμηνη περιοδική έκδοση του Ε.ΣΥ.Ν.: Τα Χρώματα της Πρόληψης 2009;41:18-19