6 Ιουλ 2009

Ιατρικοποίηση κοινωνικών συμπεριφορών

του Ηλία Μιχαλαρέα, δρ. ψυχολογίας, προέδρου του Ε.ΣΥ.Ν.
.
Μέσα σε συνθήκες μίας γενικευμένης κοινωνικής και οικονομικής κρίσης του καπιταλισμού οξύνονται οι αντιθέσεις του συστήματος και δημιουργούνται προϋποθέσεις ρήξεων και ανατροπών. Ο άκρατος νεοφιλελευθερισμός και οι ανάγκες για περισσότερο κέρδος οδηγούν χιλιάδες ανθρώ­πους στην ανεργία, διαλύουν ακόμα και αυτό το αστικό κράτος πρόνοιας, ιδιωτικοποιούν την Παιδεία και την Υγεία και κάνουν τους πλούσιους πλουσιότερους και τους φτωχούς φτωχότερους. Το αστικό κράτος, αντιμέτωπο με την κρίση του, ενισχύει την πολιτική του εξουσία με τρομονόμους και κατασταλτικούς μη­χανισμούς.
Αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης ήταν να πέσει νεκρός από τη σφαίρα των δυνάμεων κατα­στολής και ο 15χρονος Αλέξης.
Ο θάνατος του άτυ­χου Αλέξη εξοργίζει κάθε υγιώς σκεπτόμενο άνθρω­πο. Εκείνο όμως που εξοργίζει περισσότερο είναι η προσπάθεια που γίνεται, ώστε να δικαιολογηθεί ο φόνος από κάποιες υποτιθέμενες παρεκκλίνουσες συμπεριφορές του 15χρονου παιδιού.
Αυτή η προσπάθεια πρέπει να μας ανησυχεί ιδι­αίτερα γιατί δε γίνεται τυχαία. Κρύβει βαθιά μέσα της φασιστικές απόψεις για «καθαρές» κοινωνίες. Ο βα­σικός στόχος είναι η αντιμετώπιση του οργανωμένου εργατικού - λαϊκού και νεολαιίστικου κινήματος με τρόπους και τεχνικές που θα διασφαλίζουν ταυτό­χρονα τη χειραγώγηση των μαζών. Έτσι, η έννοια των «καθαρών» κοινωνιών αφορά σε μια πρώτη φάση τους ξένους οικονομικούς μετανάστες , τους φτω­χούς, τους αλκοολι­κούς, τους ανέργους, τους άστεγους, τους τοξικομανείς, τους τρελούς, τα παιδιά που εκφράζουν το θυμό τους με τρόπους που η κυρίαρχη ιδεολογία έχει καθορίσει.
Χαρακτη­ριστικό παράδειγμα τα μαθήματα του αστικού Τύπου προς τους μαθητές για τους τρόπους εφόδου στα αστυνομικά τμήματα. Αυτός ο αστικός Τύπος στο παρελθόν, σήμερα, αύριο δε διστάζει να βαφτίζει αυτά τα ίδια παιδιά σαν παιδιά με παραβατικές και αποκλίνουσες συμπεριφορές και να τα ανάγει σε εξι­λαστήρια θύματα της κοινωνίας που υπηρετεί. Δημιουργούνται δηλαδή οι προϋποθέσεις ώστε ο αστυνομικός έλεγχος και η καταστολή όσων εξεγείρονται να νομιμοποιούνται από την ιατρικοποίηση και ψυχολογικοποίηση κοινωνικών συμπεριφορών και φαι­νομένων.
Ο ρόλος της επιστήμης
Ο εργαζόμενσς άνθρωπος εθίζεται, διά μέσου κυ­ρίως των ΜΜΕ, σε έννοιες όπως «παραβατικές συμπεριφορές», «αποκλίνουσες συμπεριφορές», «επικίνδυνες συμπεριφορές».
Αυτές οι έννοιες για να είναι περισσότερο αποδε­κτές συνδέονται με ευάλωτες ομάδες ανθρώπων, όπως οι τοξικομανείς, οι χούλιγκανς, οι οικονομικοί μετανάστες, κ.ά., και περιγράφουν κυρίως το αποτέ­λεσμα των κοινωνικών καταστάσεων και όχι το πε­ριεχόμενο ή τα αίτια τους.
Αποκρύπτουν έτσι το γεγονός ότι ο νέος άνθρω­πος από τα λαϊκά στρώματα έρχεται αντιμέτωπος με την ανεργία, την οικονομική και πολιτιστική φτώχεια, την αποξένωση, τις κοινωνικές διακρίσεις, την κοι­νωνία, σε τελευταία ανάλυση, που καραδοκεί να τον συνθλίψει, επειδή επιλέγει - κάποιες φορές - με προ­σωπικό αλλά ανελεύθερο τρόπο τη βία, τα ναρκωτι­κά σαν ένα μέσον φυγής και έκφρασης ταυτόχρονα των υπαρξιακών αδιεξόδων που τον συγκλονίζουν.
Ωθείται στην ένταξη σε μία ομάδα ανθρώπων με κοινά χαρακτηριστικά, με ενιαίο κώδικα επικοινω­νίας, με «σταθερά» σημεία αναφοράς, γιατί εκεί βρί­σκει ρόλους, οι ρόλοι αποκτούν υπόσταση, ικανο­ποιεί την ανάγκη για επιβεβαίωση, νομίζει ότι δια­σφαλίζει τις προϋποθέσεις για την ανάδειξη της κοι­νωνικής του ταυτότητας. Από αυτήν την άποψη η ομάδα υποκαθιστά ένα κοινωνικό περιβάλλον που δυσλειτουργεί. Αρχικά, ο νέος διαισθάνεται, και κά­ποια στιγμή ίσως και να συνειδητοποιεί, πως αυτή η κοινωνία, η οποία το μόνο που του διασφαλίζει είναι ο αποκλεισμός, ο στιγματισμός και η περιθωριοποί­ηση, άκαμπτη μπρος στο δράμα του, του αφήνει μόνο μία οδό διαφυγής. Τη νομιμοποίηση της περι­θωριοποίησης του. Διαμορφώνεται σιγά σιγά μια κα­τάσταση όπου η σχέση του εφήβου με τον εαυτό του και με τους άλλους είναι βιώσιμη μόνο στο βαθμό που διαμεσολαβείται από πράξεις βίας, από παρα­βάσεις, από τα ναρκωτικά.
Η περιθωριοποιημένη ομάδα ενισχύει τους ρό­λους που οδηγούν στη διαμόρφωση της ταυτότητας τους και καθορίζονται έτσι οι όροι του λεγόμενου κοινωνικού αποκλεισμού. Αυτός ο αποκλεισμός, στην ουσία, έχει ταξικά χαρακτηριστικά. Ο όρος «κοινωνι­κός» έντεχνα επιχειρεί να τα αποκρύψει και έχει ήδη νομιμοποιηθεί από την κυρίαρχη ιδεολογία.
Μέσα από μια διαρκή πλύση εγκεφάλου επιχει­ρείται να πειστεί ο εργαζόμενος άνθρωπος ότι ολό­κληρες ομάδες ανθρώπων, που υφίστανται την κοι­νωνική και οικονομική κρίση του συστήματος, «πα­ρεκκλίνουν» και παρεκκλίνοντας από την κυρίαρχη κοινωνική νόρμα γίνονται επικίνδυνα τα μέλη αυτών των ομάδων για την κοινωνία. Επί της ουσίας πρό­κειται για την «ιατρικοποίηση» και την ψυχολογικοποίηση των ανθρώπινων συμπεριφορών που με ια­τρικούς και ψυχολογικούς όρους επιχειρείται στη συ­νέχεια να νομιμοποιηθεί στις συ­νειδήσεις η «εγκληματοποίηση» όλων όσοι μπορεί να καταστούν επικίνδυνοι για το ίδιο το σύστη­μα. Στην ψυχιατρική, για παρά­δειγμα, η ψυχική νόσος εκλαμβάνεται ως ένα σύνολο συμπτωμά­των και περιγράφεται με ταξινο­μητικούς πίνακες. Δεν είναι το άτομο που πάσχει και πρέπει να θεραπευτεί, είναι το σύμπτωμα που πρέπει να αντιμετωπιστεί.
Η σχέση ατόμου και κοινω­νίας δέχεται ένα αποφασιστικό πλήγμα. Εδώ δε χρειάζεται ούτε θεωρία ούτε ανάλυση, χρειάζεται απλώς παρατήρηση και ταξινό­μηση. Δε χρειάζεται πολυπαραγοντική και πολυαιτιακή προσέγγιση, χρειάζεται μονοαιτιακή προσέγγιση και αιτιακή συνέχεια αντί για αιτιακή ασυνέχεια. Στα πλαίσια του ιδεαλισμού η κρίση στη σχέση φιλοσοφίας και επιστήμης οδηγεί στην περιχαράκωση των επιστημών, στην υπαγωγή του γενικού στο ειδικό.
Η ιατρικοποίηση κοινωνικών φαινομένων και συμπεριφορών οδηγεί σε απόψεις όπως αυτές που θεωρούν την εξάρτηση, για παράδειγμα, ως «χρόνια υποτροπιάζουσα νόσο», που μιλούν για «γονίδια», για τη βιοχημεία του εγκεφάλου, που θεωρούν ότι τα παιδιά με «αντικοινωνική» συμπεριφορά γεννιούνται εγκληματίες.
Σε αυτά τα πλαίσια δεν υπάρχει πλέον καμία σχέση ανάμεσα στο σύμπτωμα και την πραγματικό­τητα της ζωής του πάσχοντος. Ο πάσχων ταυτίζεται με τη διάγνωση. Καμία άλλη μεταβλητή πέραν της διάγνωσης δε λαμβάνεται υπόψη. Αυτό στην πράξη σημαίνει ότι ακολουθεί η φαρμακευτική αγωγή και σύμφωνα με κάποιους η φαρμακολογικοποιηση της ύπαρξης.
Έτσι η επιστήμη γίνεται εργαλείο ομαλοποίησης κοινωνικών συμπεριφορών και κοινωνικού ελέγχου. Γίνεται ακόμη άλλοθι για την ποινικοποίηση κοινωνι­κών συμπεριφορών. Το νέο παιδί που σκοτώθηκε στις διαδηλώσεις της Γένοβα είχε χαρακτηριστεί ως έχων αντικοινωνική συμπεριφορά και συμπεριφορές επαιτείας. Ο 15χρονος Αλέξης υποστηρίχτηκε ότι είχε «αποκλίνουσες» συμπεριφορές. Αύριο, όσοι συμμετέχουν στο οργανωμένο μαζικό, λαϊκό και νεολαιίστικο κίνημα, εύκολα μπορεί να κατηγορηθούν ότι έχουν αντικοινωνικές και επιθετικές συμπεριφο­ρές. Αυτός είναι και ο στόχος.
Τι όμως σημαίνει αποκλίνουσα συμπεριφορά; Η ερμηνεία των κοινωνικών συμπεριφορών, ακόμη και των διαταραχών που αναφέρονται στην ψυχοπαθο­λογία, είναι το αποτέλεσμα της κουλτούρας και των αξιών της δοσμένης καπιταλιστικής κοινω­νίας και των εκάστοτε κοινωνι­κοοικονομικών και πολιτικών συ­σχετισμών της.
Εξετάζοντας, αναλύοντας, ερ­μηνεύοντας και «θεραπεύοντας» - στα πλαίσια της ιατροκεντρικής κουλτούρας - κοινωνικές συμπε­ριφορές, ψυχολογικές, πολιτισμι­κές διαταραχές, μπορεί να είναι μια πράξη επιβολής, άσκησης εξουσίας και ψυχολογικής τρομο­κρατίας.
Μέσα από την «ιατρικοποί­ηση» των συμπεριφορών ευάλω­των κοινωνικών ομάδων, δημι­ουργούνται οι όροι και οι προϋποθέσεις για τη γενί­κευση της άσκησης ελέγχου και την εξουδετέρωση κάθε στοιχείου που θέτει σε αμφισβήτηση την καθε­στηκυία καπιταλιστική τάξη πραγμάτων.
Ομαλοποίηση κοινωνικών συμπεριφορών
Ομαλοποιώ τις κοινωνικές συμπεριφορές σημαί­νει με δυο λόγια πως τις διευθετώ σύμφωνα με τις ισχύουσες κοινωνικές νόρμες.
Οι προσπάθειες για ομαλοποίηση των κοινωνι­κών συμπεριφορών αποβλέπουν στον έλεγχο της ζωής της κοινωνίας. Επί της ουσίας, οι ανάγκες του κεφαλαίου καθορίζουν τους κώδικες και τις νόρμες ώστε όσοι το αμφισβητούν να τους ενσωματώνει.
Ένα απλό παράδειγμα διαδικασιών ομαλοποί­ησης κοινωνικών συμπεριφορών είναι τα κάθε εί­δους γκάλοπ ή οι μετρήσεις της τηλεθέασης των άλφα ή βήτα τηλεοπτικών σκουπιδιών.
Κατά τη γνώμη μου, η προσέγγιση των κοινωνικών συμπεριφορών και των κοινωνικών φαινομέ­νων πρέπει να γίνεται μέσα από μία πολυπαραγοντική και πολυαιτιακή θεώρηση. Αυτό σημαίνει πως οι προσπάθειες αντιμετώπισης των κοινωνικών προβλημάτων οδηγούν στην ανατροπή των αιτιών που τα παράγουν και τα αναπαράγουν.
Ουσιαστική αντιμετώπιση πολλών κοινωνικών προβλημάτων που κυρίως οι νέοι αντιμετωπίζουν είναι η υιοθέτηση ενός άλλου τρόπου ζωής, η ρήξη με τις ισχύουσες κοινωνικές νόρμες, η οργανωμένη αντίσταση και πάλη. Η αναγωγή των κοινωνικών συμπεριφο­ρών, ιδιαίτερα των νέων από τα λαϊκά στρώματα που αγωνίζονται για τα προ­βλήματα τους, σε «αποκλίνουσες» συμπεριφορές, η σύνδεση αυτών των συμπεριφορών με την ψυχοπαθολογία, οι πολιτικές διαχείρισης της ζωής των νέων στοχεύουν στην αποφυγή των παραπάνω.
Με αυτόν τον τρόπο επιχειρείται να διασφαλιστούν οι ανάγκες, οι αξίες και οι αρχές ενός συστήματος που βασίζε­ται στη λογική του κέρδους και στην εμ­πορευματοποίηση του ανθρώπινου πόνου, αποφεύγοντας την κριτική, την αμφισβήτηση και το αντιπάλεμα της πολιτικής και της εξουσίας του συστήματος και απενοχοποιώντας την κυρίαρχη τάξη και την καπιταλιστική κοινωνία.
Άσκηση κοινωνικού ελέγχου
Με τη δημιουργία περιθωριακών ομάδων (τοξικο­μανείς, κλπ.) και το χαρακτηρισμό τους με όρους ια­τρικούς και ψυχολογικούς εξασφαλίζεται ένας τρό­πος ζωής που χειραγω­γείται εύκολα. Οι πολιτι­κές διαχείρισης αυτών των ομάδων αποκτούν χαρακτηριστικά άσκησης κοινωνικού ελέγχου. Πράγματι, ο χαρακτηρι­σμός της τοξικομανίας ως «χρόνιας υποτροπιάζουσας νόσου», των παι­διών που δυσφορώντας μέσα σε μία απάνθρωπη κοινωνία αρνούνται να προσαρμοστούν ως «απο-κλινουσών» προσωπικοτήτων, των «παραβατικών» παιδιών ως γεννημένων «εγκληματιών» οδηγεί στο στίγμα και στον αποκλεισμό. Έτσι, εξουδετερώνον­ται μεγάλες μάζες ανθρώπων, νέων ανθρώπων ιδι­αίτερα, που δυνάμει είναι απειλή για την κυρίαρχη τάξη πραγμάτων. Ο στιγματισμός είναι από μόνος του μια πράξη βίας. Η αποδοχή γενικά των χαρακτη­ριστικών μιας ομάδας που ανήκει κάποιος νέος (π.χ., τοξικομανών) είναι ουσιαστικά αποδοχή του στίγματος και της κοινωνικής βίας που αυτό εμπεριέ­χει. Ο στιγματισμός των νέων γενεών ως γενιών των 700 ευρώ, χαμένων γενιών, γενιών του καναπέ κλπ. οδηγεί σε συναισθήματα ανασφάλειας, απαισιοδο­ξίας, ντροπής, ενοχής, ανημπόριας, φόβου.
Μέσα σε αυτή την κατάσταση ένας νέος άνθρωπος, έχοντας ελλιπή κοινωνική εμπειρία, μπορεί και να οδηγηθεί να ταυτίζεται με τη βία που υφίσταται και γίνεται ο ίδιος βίαιος, εκρηκτικός, καταστροφικός, αυτοκαταστροφικός.
Ένας νέος άνθρωπος, ο οποίος αισθάνεται ανε­πιθύμητος, επικίνδυνος, βάρος, χαμένος, ωθείται να εγκλωβιστεί στα ατομικά του συναισθήματα και στη μοναξιά του. Κάποιες φορές μπορεί να εκφράσει αυτά τα συναισθήματα ως μόδα και ως ένα δήθεν τρόπο ζωής των «emo» και των «trendy». Αλλες φορές θα του επιτραπεί να εκφράσει αυτά τα συναι­σθήματα ως οργή, θυμό, καταστροφή και αυτοκατα­στροφή, χαμένος μέσα σε μία κουκούλα που προσ­διορίζει τα στενά όρια του ατόμου που χάνεται στην ανωνυμία του. Σε κάθε όμως περίπτωση θα εμποδί­ζονται οι νέοι να γίνουν ενεργά πολιτικά υποκείμενα, να ενώσουν το εγώ τους στη μεγάλη συλλογική υπόθεση, για μια καλύτερη, πιο δίκαιη κοινωνία.
Όμως, οι καλύτερες συνθήκες ζωής δε χαρίζον­ται, κατακτιούνται μέσα από οργανωμένους συλλο­γικούς αγώνες. Οι συνειδητοί οργανωμένοι αγώνες δεν μπορούν να ελεγχθούν από κανένα μηχανισμό του κράτους. Σε αυτούς τους αγώνες, αυτοί που αγωνίζονται κοιτάνε κατάματα το μέλλον, στηρίζονται στο σύντροφο που βρίσκεται δίπλα τους και τον ξέ­ρουν καλά, κρατάνε γερά το πόστο τους και δεν κρύ­βονται πίσω από κουκούλες και προβοκάτσιες.
.
Aναδημοσίευση από τη τρίμηνη περιοδική έκδοση του Ε.ΣΥ.Ν.
"Τα Χρώματα της Πρόληψης" 2009;41:5-7